Γιατί η καστανή ζάχαρη είναι πιο ακριβή από τη λευκή;

 Οι οικονομικοί λόγοι που βρίσκονται πίσω από αυτό το παράδοξο!



Η κοινή λογική υπαγορεύει πως ό,τι είναι λιγότερο επεξεργασμένο, θα έπρεπε να κοστίζει λιγότερο, καθώς απαιτεί λιγότερες εργατοώρες και ενέργεια. Ωστόσο, η οικονομική πραγματικότητα των τροφίμων ευρείας κατανάλωσης ορίζεται από πιο σύνθετες δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης. Ας δούμε τη θεωρία πίσω από αυτό το παράδοξο.


Η πραγματική παραγωγική διαδικασία δεν είναι αυτή που νομίζουμε

Το βασικό επιχείρημα ότι το λευκό προϊόν έχει "περισσότερη επεξεργασία" είναι, στη σύγχρονη βιομηχανία, εν μέρει ένας μύθος. 

Η εμπορική καστανή ζάχαρη που βρίσκουμε στα ράφια των σούπερ μάρκετ σπάνια είναι απλώς "ημι-επεξεργασμένη" ζάχαρη. Στην πραγματικότητα, η βιομηχανία παράγει πρώτα πλήρως ραφιναρισμένη λευκή ζάχαρη και στη συνέχεια προσθέτει ξανά μελάσα (το σκούρο σιρόπι που αφαιρέθηκε) για να δημιουργήσει την καστανή ή μαύρη ζάχαρη με την επιθυμητή υφή και χρώμα. Συνεπώς, η εξίσωση του οριακού κόστους (MC) είναι:

MCbrown = MCwhite + MCmolasses + MCmixing

Άρα, παραγωγικά, η καστανή ζάχαρη κοστίζει περισσότερο.



Οικονομίες Κλίμακας

Η παγκόσμια ζήτηση για λευκή ζάχαρη είναι συντριπτικά μεγαλύτερη από τη ζήτηση για τη "μαύρη" αντίστοιχα, καθώς αποτελεί τη βάση σχεδόν όλης της βιομηχανίας τροφίμων (αρτοποιία, ζαχαροπλαστική, αναψυκτικά).

Στη μικροοικονομική θεωρία, το Μέσο Συνολικό Κόστος (ATC) δίνεται από τον τύπο:

ATC = (TFC/Q) + AVC

(όπου TFC το συνολικό σταθερό κόστος, AVC το μέσο μεταβλητό κόστος και Q η παραγόμενη ποσότητα). 

Καθώς η ποσότητα παραγωγής της λευκής ζάχαρης (Qwhite) είναι κολοσσιαία, το σταθερό κόστος ανά μονάδα προϊόντος (ολοένα και πιο αποδοτικές μηχανές, μεταφορικά πλοία, αποθήκες) τείνει στο ελάχιστο. Οι γραμμές παραγωγής των "εναλλακτικών" προϊόντων έχουν πολύ μικρότερο Q, άρα δουλεύουν με υψηλότερο ATC.



Κόστος αποθήκευσης και φύρα

Η μελάσα στην καστανή ζάχαρη περιέχει υγρασία, κάνοντάς την επιρρεπή σε αλλοίωση της υφής (πετρώνει πολύ εύκολα). Αντίθετα, η λευκή κρυσταλλική ζάχαρη και το λευκό αλεύρι, όντας πρακτικά άνυδρα/χωρίς έλαια, έχουν τεράστια διάρκεια ζωής. Οικονομικά, τα ευπαθή προϊόντα έχουν υψηλότερα κόστη εφοδιαστικής αλυσίδας (ταχύτερη διακίνηση, καλύτερες συσκευασίες, μεγαλύτερο ποσοστό αδιάθετων προϊόντων που καταλήγουν στα σκουπίδια), τα οποία μετακυλίονται στην τελική τιμή.



Ελαστικότητα Ζήτησης και Περιθώριο Κέρδους

Οι καταναλωτές που αναζητούν υγιεινές επιλογές παρουσιάζουν μικρότερη ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή (|Ed|< 1). Είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν κάτι παραπάνω για το αντιληπτό όφελος της υγείας. Οι εταιρείες το γνωρίζουν αυτό και εφαρμόζουν τιμολογιακή πολιτική βάσει της ελαστικότητας, μεγιστοποιώντας το κέρδος τους με ένα μεγαλύτερο περιθώριο (markup). Σύμφωνα με τον κανόνα τιμολόγησης του Lerner:


P = MC / [1 - (1 / |Ed| )


Όσο πιο ανελαστική (μικρότερη) είναι η ζήτηση |Ed| για τα προϊόντα υγιεινής διατροφής, τόσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητα της επιχείρησης να χρεώσει τιμή (P) αρκετά πάνω από το οριακό της κόστος (MC).




Πάνος Γιακουμίδης, οικονομολόγος - υπ. κάτοχος MBA

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Οικονομική του Μελομακάρονου

Οι αντιφάσεις των σύγχρονων κλασσικών οικονομικών: Ξεκινώντας από το βιβλίο ΑΟΘ

ΜΗΝ ΑΓΧΩΝΕΣΑΙ για το ΑΟΘ #1 Ελαστικότητες σε 1' !